Από τον Βασίλη Γωνιωτάκη
με την επιμέλεια της φιλολόγου Μαρίας Μαγουλά*
Το βιβλίο πραγματεύεται τις ιστορίες ενός παιδιού που πλέον έχει μεγαλώσει και είναι ο αφηγητής όταν αποφασίζει να πετάξει με ένα αεροπλάνο και από βλάβη πέφτει στην έρημο Σαχάρα. Εκεί εμφανίζεται ένα παιδί που του ζητάει να ζωγραφίσει ένα αρνί. Μετά από αυτό, το παιδί, ο ¨μικρός πρίγκιπας¨ του λέει ότι ζει σ'ένα άστρο και από εκεί επισκέφτηκε άλλους πλανήτες. Πρωταγωνιστούν ο αφηγητής και ο ¨μικρός πρίγκιπας¨. Η αφήγηση εκτυλίσσεται περίπου στο 1940 στην έρημο Σαχάρα και σε κάποιους πλανήτες. Κατά την ανάγνωση μου δημιουργείται η επιθυμία να μάθω από τον μικρό πρίγκιπα πως ζει στο άστρο Β-52. Σε διάφορα σημεία της ανάγνωσης ταυτίστηκα με τον μικρό πρίγκηπα είτε για την ευγένειά του είτε στο θυμό του. Συμπερασματικά οι μεγάλοι μπορούν να σου μάθουν την αξία των πραγμάτων όπως η αγάπη.
*Η εκπαιδευτικός Μαρία Μαγουλά στα πλαίσια του μαθήματος των Νέων Ελληνικών και της δραστηριότητας "Φιλαναγνωσία" ενθαρρύνει τους μαθητές της συμπληρώνοντας ένα φύλλο εργασίας να περιγράψουν ένα βιβλίο που διάβασαν.
Από τον Γιάννη Παπαμαρκάκη
με την επιμέλεια της φιλολόγου Μαρίας Μαγουλά*
Δύο πράκτορες της ειδικής υπηρεσίας πρέπει να μεταφέρουν έναν που κατηγορείται ότι είναι αντίθετος με το καθεστώς, στα κεντρικά γραφεία που βρίσκονται στην Αθήνα. Έχουν όμως εντολές να εφαρμόσουν ένα καινούργιο σχέδιο για τη συγκεκριμένη περίπτωση. Στο τέλος της περιπέτεια αυτής θα υπάρξουν ανατροπές. Κεντρικοί ήρωες του βιβλίου είναι ο ανακριτής που πρέπει να προσέχει τον κατηγορούμενο που είναι ο αφηγητής του βιβλίου, ο μάνατζερ που αν και δεν εμφανίζεται πολύ είναι σημαντικός χαρακτήρας και ο ύποπτος δηλαδή ο άνθρωπος του καφέ σπορ. Όλα συμβαίνουν την περίοδο της δικτατορίας στη Ελλάδα.
Τελείωσα το βιβλίο με πολλά ερωτήματα, όπως τι απέγινε ο ανακριτής και ο ύποπτος αλλά και με απορία για την απόφαση που π΄΄ηρε ο ανακριτής να αφήσει ελεύθερο τον κατηγορούμενο.
*Η εκπαιδευτικός Μαρία Μαγουλά στα πλαίσια του μαθήματος των Νέων Ελληνικών και της δραστηριότητας "Φιλαναγνωσία" ενθαρρύνει τους μαθητές της συμπληρώνοντας ένα φύλλο εργασίας να περιγράψουν ένα βιβλίο που διάβασαν.
Από τον Ιπποκράτη Γαροφαλάκη
με την επιμέλεια της φιλολόγου Μαρίας Μαγουλά*
Η Σοφία, ένα χαρισματικό κοριτσάκι, ξεκίνησε να δουλεύει ως "δουλάκι" στο σπίτι των Πολυχρονιάδη μια νέα ζωή. Η Σοφία τους έφερε φως, χαρά και κυρίως γέλια και φωνές. Έγινε μέλος της οικογένειας και πέρασε μεγάλες περιπέτειες εκεί. Πρωταγωνιστούν η Σοφία, ο Γιάννης και η Αγγελική, οι γονείς δηλαδή της οικογένειας Πολυχρονιάδη καθώς και τα παιδιά η Κρινιώ, το Μαράκι και η Βιβή. Η αφήγηση εκτυλίσσεται στην Αθήνα τη δεκαετία του '30.
Με εντυπωσίασε η φράση: "...είδες που είχα δίκιο, Σοφία μου, όταν σου είπα πως είσαι η καλή νεράιδα του σπιτιού μας..." επειδή η Σοφία δίνει ελπίδα στην οικογένεια όταν κατάφερε να αγοράσει το λαχείο και οι Πολυχρονιάδη να κερδίσουν 50.000 δραχμές.
Το όμορφο τέλος του βιβλίου με συγκίνησε και επίσης γέλασα σε πολλά σημεία της ανάγνωσης. Υπήρξαν στιγμές που ταυτίστηκα με το Γιάννη επειδή κι εγώ προσπαθώ να μη δείχνω τι αισθάνομαι.
Μετά την ανάγνωση του βιβλίου καταλαβαίνω ότι στα παιδιά πρέπει να παρέχεται εκπαίδευση και όχι να βρίσκονται αναγκασμένα να δουλεύουν.
*Η εκπαιδευτικός Μαρία Μαγουλά στα πλαίσια του μαθήματος των Νέων Ελληνικών και της δραστηριότητας "Φιλαναγνωσία" ενθαρρύνει τους μαθητές της συμπληρώνοντας ένα φύλλο εργασίας να περιγράψουν ένα βιβλίο που διάβασαν.
Από την Ντανιέλλα Πέτκοβα
με την επιμέλεια της φιλολόγου Μαρίας Μαγουλά*
Τρία κορίτσια, τρεις αδερφές, η Κατερίνα, η Ινφάντα και η Μαρία διηγούνται τις ιστορίες τους, τους έρωτές τους με φαντασία χιούμορ και απέραντη τρυφερότητα και πολλή νοσταλγία. Οι κεντρικοί ήρωες στο πρώτο και δεύτερο καλοκαίρι είναι οι τρεις αδερφές, ο πατέρας τους, η ξαδέρφη τους, ο θείος Αγησίλαος, ο άντρας της της Μαρίας, η Λώρα, η μητέρα των κοριτσιών και ο Ρουθ.
Τα ¨Ψάθινα καπέλα¨ αφηγούνται γεγονότα στην Αθήνα λίγο πριν από τον Β΄ παγκόσμιο πόλεμο.
Μ' άρεσε πολύ η φράση "Μικρή που ήμουν μ'άρεσε να διηγούμαι όνειρα που δεν είχα δει και η πίστη που έβλεπα στα μάτια των άλλων τα έκανε πραγματικά πιστευτά και στα δικά μου μάτια" γιατί μόλις τα είδα μου θύμισε εμένα και ξαφνιάστηκα γιατί νόμιζα πως ήμουν που τα πιστεύει αυτά.
Όλα αυτά που διάβασα ήταν πολύ ωραία και θυμήθηκα τα δικά μας καλοκαίρια και ειδικότερα αυτό που πέρασε και είχα σπάσει το πόδι μου. Τα ίδια κάναμε και εμείς με την παρέα μου, σχολιάζαμε τη θάλασσα, τον ήλιο, ακόμα και τους παππούδες και τις γιαγιάδες μας. Τηλεφωνούσαμε ο ένας στον άλλο το πρωί και ορίζαμε που και πότε θα συναντηθούμε. Φλερτάραμε, γελούσαμε και διασκεδάζαμε.
Δεν έχει σημασία αν κάποιες φορές τα κορίτσια τσακώνονταν γιατί αγαπούσε η μια την άλλη.
*Η εκπαιδευτικός Μαρία Μαγουλά στα πλαίσια του μαθήματος των Νέων Ελληνικών και της δραστηριότητας "Φιλαναγνωσία" ενθαρρύνει τους μαθητές της συμπληρώνοντας ένα φύλλο εργασίας να περιγράψουν ένα βιβλίο που διάβασαν.
Από την Κατερίνα Μπαχαντάκη
με την επιμέλεια της φιλολόγου Μαρίας Μαγουλά*
Η μητέρα της Άννα Φρανκ δίνει στην κόρη της για τα γενέθλιά της δώρο ένα ημερολόγιο.Η Άννα και η οικογένειά της στα μέσα του Β΄ παγκοσμίου πολέμου, αναγκάζονται να εγκαταλείψουν το σπίτι τους και εγκαθίστανται σ' ένα "παράσπιτο", όπως το αποκαλεί, η Άννα, το οποίο βρίσκεται στην επιχείρηση του πατέρα της. Η Άννα παίρνει μαζί το ημερολόγιό της και διηγείται σε μια φανταστική φίλη της, τις στερήσεις και τα βάσανα που περνάει καθώς και την καθημερινή ζωή της και τα συναισθήματά της. Η αφήγηση εκτυλίσσεται από το 1942 έως το 1944 στο Άμστερνταμ της Ολλανδίας με κεντρικούς ήρωες την Άννα, την αδελφή της τη Μεγκότ, τους γονείς της και μια τριμελή οικογένεια με την οποία γειτονεύουν.
Στη σελίδα 142 του βιβλίου μου κάνει εντύπωση η φράση "..εγώ η Άννα Φρανκ μπορούσα να είμαι περήφανη γιατί στο κάτω κάτω είχα ένα στυλό κατάδικό μου..." Μου κάνει εντύπωση γιατί εκείνη την εποχή φαίνεται πως θεωρούσαν τις πένες τόσο πολύτιμα αντικείμενα, ενώ σήμερα ο καθένας μπορεί να αγοράσει μια.
Νιώθω στεναχώρια και θλίψη γιατί η Άννα Φρανκ θα μπορούσε να γίνει σπουδαία εάν καταφερνε να ζήσει αλλά και ευγνωμοσύνη επειδή δε γεννήθηκα σε εκείνη την εποχή και μπορώ να απολαμβάνω τη ζωή μου και όσα υλικά αγαθά θέλω απλώς ζητώντας τα από τους γονείς μου. Επίσης νομίζω ότι μου ταιριάζει ο χαρακτήρας του Πέτερ βαν Ντααν επειδή θέλω κάποιες στιγμές να είμαι μόνη μου, αλλά έχω κι εγώ ανάγκη από φίλους και παρέα.
Το συμπέρασμά μου είναι ότι πρέπει να εκτιμάς όσα έχεις γιατί ανά πάσα στιγμή μπορείς να τα χάσεις.
*Η εκπαιδευτικός Μαρία Μαγουλά στα πλαίσια του μαθήματος των Νέων Ελληνικών και της δραστηριότητας "Φιλαναγνωσία" ενθαρρύνει τους μαθητές της συμπληρώνοντας ένα φύλλο εργασίας να περιγράψουν ένα βιβλίο που διάβασαν.
Από την Εύη Παντελάκη
με την επιμέλεια της φιλολόγου Μαρίας Μαγουλά*
Το θέμα του βιβλίου είναι το καλοκαίρι του Παναγιώτη, της Ζωής και των υπολοίπων παιδιών στη Βαγία. Κεντρικοί ήρωες του βιβλίου ο Παναγιώτης, η μητέρα του και τα αδέλφια του Σώτος, Νίκος, Ιουλία και Φωτεινή, η αδελφή της Ειρήνη και η μητέρα της η Κα Έμμα. Η αφήγηση είναι το καλοκαίρι του 1935 και ο τόπος είναι η Αίγινα και συγκεκριμένα στο χωριουδάκι της Βαγίας.
"Αταγιάντιχτος και αναθεματισμένος αν έφευγα θα ανακουφιζόταν. Έτσι νομίζω και τώρα κοιτούσα αυτά τα βουρκωμένα μάτια, αυτά τα χέρια που έμοιαζαν με ανοιχτές φτερούγες και ήθελα να τρέξω, να χωθώ στην αγκαλιά της και να μείνω εκεί για πάντα". Αυτή η φράση με συγκίνησε και ταυτόχρονα με εντυπωσίασε διότι αυτά είναι τα συναισθήματα όλων των παιδιών κατά την ενηλικίωση. Στο τέλος του βιβλίου ένιωσα ευχαρίστηση, συγκίνηση όταν ο Παναγιώτης κατάφερε να φύγει από τη Βαγία καθώς και απορία για το ποιος δημιούργησε τους μύθους για φαντάσματα, βρικόλακες και ξωτικά από τόσο παλιά. Επίσης γέλασα σε πολλά μέρη του βιβλίου.
Κατά την ανάγνωση ταυτίστηκα με τον Παναγιώτη γιατί όπως εγώ σκέφτεται και νοσταλγεί και θέλει να εξερευνεί το καινούργιο, να κάνει πράγματα με αυτούς που αγαπάει αλλά και μερικές φορές να κλείνεται στον εαυτό του.
Το συμπέρασμα μετά την ανάγνωση είναι ότι συνήθως βιαζόμαστε να μεγαλώσουμε πιστεύοντας ότι ως μεγάλοι θα είμαστε το ίδιο ευτυχισμένοι και ανέμελοι αλλά δυστυχώς τα πράγματα αλλάζουν και γίνονται πιο αγχώδη.
*Η εκπαιδευτικός Μαρία Μαγουλά στα πλαίσια του μαθήματος των Νέων Ελληνικών και της δραστηριότητας "Φιλαναγνωσία" ενθαρρύνει τους μαθητές της συμπληρώνοντας ένα φύλλο εργασίας να περιγράψουν ένα βιβλίο που διάβασαν.
Από το Λευτέρη Καρτάκη
με την επιμέλεια της φιλολόγου Μαρίας Μαγουλά*
Το βιβλίο πραγματεύεται την ιστορία ενός παιδιού που δεν έχει πατέρα επειδή τους εγκατέλειψε αλλά μόνο μητέρα. Τον λένε Πασχάλη και είναι πολύ άτακτο παιδί, δεν διαβάζει στο σχολείο, βρίζει, χτυπάει τα άλλα παιδιά και είναι πολύ αγενής απέναντι στη μαμά του ενώ ταυτόχρονα είναι πολύ έξυπνος. Μια μέρα ένας καινούργιος δάσκαλος πηγαίνει στο σχολείο και σε συνεργασία με τη μαμά του Πασχάλη, την κα Χρύσα, μαθαίνουν στον Πασχάλη να έχει τρόπους, να διαβάζει, να είναι υπάκουος και καλό παιδί. Στο τέλος το καταφέρνουν και είναι όλοι χαρούμενοι!!!
Κεντρικοί ήρωες του βιβλίου είναι ο Πασχάλης, η μαμά του η κα Χρύσα, ο κος Γιώργος, ο δάσκαλος του και τα παιδιά της τάξης. Η αφήγηση εκτυλίσσεται σ' ένα χωριό στη Βόρεια Ελλάδα χωρίς να προσδιορίζεται ο χρόνος.
Με εντυπωσίασε η φράση του Πασχάλη όταν έλεγε στη μαμά του που γύρισε από το σχολείο ¨... μαμά πάω να πλύνω τα χέρια μου να φάμε και μετά να πάω να διαβάσω...¨
Μετά την ολοκλήρωση της ανάγνωσης συγκινήθηκα επειδή ο Πασχάλης άλλαξε συμπεριφορά και χάρηκα επειδή το βιβλίο είχε ωραίο τέλος.
Το συμπέρασμα στο τέλος είναι ότι ποτέ δεν πρέπει "να το βάζουμε κάτω" και να προσπαθούμε να γινόμαστε καλύτεροι σ' αυτό που κάνουμε.
*Η εκπαιδευτικός Μαρία Μαγουλά στα πλαίσια του μαθήματος των Νέων Ελληνικών και της δραστηριότητας "Φιλαναγνωσία" ενθαρρύνει τους μαθητές της συμπληρώνοντας ένα φύλλο εργασίας να περιγράψουν ένα βιβλίο που διάβασαν.